κυκεώνας
(ο) (λογ.) η ανάμειξη ανόμοιων πραγμάτων,
η ανακατωσούρα, η αναταραχή: ~ επαγγελματικών,
οικογενειακών και κοινωνικών υποχρεώσεων
|| ~ ειδήσεων / γεγονότων.
[ΕΤΥΜ.
< αρχ. κυκεών, -ῶνος < κυκῶ (-άω)
“αναμειγνύω, ανακατεύω” αβεβ. ετύμου
ίσως συνδ. με λιθ. śáukśtas
“κουτάλι”,
σανσκρ. khájati
“ανακατεύω”]
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, β' έκδοση, γ' ανατύπωση 2006, σελ. 969



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου